Οι προεκτάσεις της Ψυχολογικής Παραμέλησης Παιδιών

Εισαγωγή
Τα θεμέλια για τη σωστή συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού τοποθετούνται στη νηπιακή και παιδική ηλικία και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα της φροντίδας που δέχεται το παιδί από τους γονείς ή όποιους άλλους έχουν αναλάβει την ανατροφή του στο στάδιο αυτό (ΟΉagan, 1991). Όταν οι πρώτες αυτές εμπειρίες, αλλά και η σχέση που αναπτύσεται ανάμεσα στο παιδί και τους γονείς, χαρακτηρίζονται από ζεστασιά, εγκύτητα και υπευθυνότητα, το παιδί ακολουθεί μια φυσιολογική συναισθηματική ανάπτυξη. Αντίθετα, ο γονιό ς που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού του, που δεν παρέχει αγάπη, φροντίδα και συναισθηματική σταθερότητα, καλλιεργεί συναισθήματα ανασφάλειας και ανησυχίας που υποδαυλίζουν την ίδια του τη σχέση με το παιδί (Nationa1 Research Counscil 1993). Ο όρος «συναισθηματική κακοποιήση» χρησιμοποιείται για την περιγραφή περιπτώσεων όπου τα παιδιά βιώνουν στη σχέση τους με τους γονείς τους μια ακολουθία ακατάλληλων συναισθηματικών αποκρίσεων (Ο’Hagan 1993). Η συναισθηματική κακοποίηση αποτελεί μια μορφή παιδικής κακοποίησης που δεν έχει ακόμη μελετηθεί εκτενώς (National Research Counscil 1993), καθώς μεγαλύτερη έμφαση έχει δοθεί στη φυσική και σεξουαλική κακοποίηση, καθιστώντας δυσκολότερη, αλλά και με μεγαλύτερα περιθώρια ανοχής, την αναφορά στο συναισθηματικό κομμάτι της κακοποίησης ακόμη και στον ποινικό ή ιατρικό κώδικα (Hamarman & Bernet, 2000). Δυστυχώς, όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις φυσικής κακοποίησης συνυπάρχει και συναισθηματική κακοποίηση, η επίδραση της οποίας υφίσταται και μετά την θεραπεία των φυσικών τραυμάτων. Επιπλέον, αρκετά παιδιά υφlστανται συναισθηματική κακοποίηση χωρίς την παρουσία φυσικής ή σεξουαλικής(Ηamarman & Βernet, 2000). Είναι γεγονός ότι τα συναισθηματικά τραύματα έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από τα εξωτερικά (AACAP, 1998). Η απουσία σχετικών ερευνών ωφείλεται κυρίως στις διαφωνίες ανάμεσα στου, ειδικούς όσο αφορά τον ορισμό, τη μέτρηση, αλλά και τη θεραπεία της συναισθηματικής κακοποίησης (ο’ Hagan 1993). Αυτή η έλλειψη ομοφωνίας ενισχύει τις δυσκολίες τόσο στην εκτίμηση, όσο και στην αναφορά της συναισθηματικής κακοποίησης (Hamarman & Bernet, 2000). Κατά συνέπεια εκκρεμεί ένας ευρέως αποδεκτός ορισμός της συναισθηματικής κακοποίησης (http: www.eurowre.org). Η συναισθηματική κακοποίηση μπορεί να προκύψει είτε ως ξεχωριστή μορφή κακοποίησης, πχ. λεκτική κακοποίηση, είτε σε συνδυασμό με άλλες μορφές βάναυσης συμπεριφοράς, αλλά αποτελεί και στις δύο περιπτώσεις το κυρίαρχο θέμα όσον αφορά την παιδική κακοποίηση και παραμέληση (Mc Gee & Wolfe, 1991). Αποτελεί την πλέον διαδεδομένη μορφή παιδικής κακοποίησης, η οποία γίνεται ορατή με πολλούς τρόπους. Είναι φανερή στα παιδιά-θύματα σωματικής βίας τα οποία νιώθουν ανήμπορα, στα σεξουαλικά κακοποιήμενα, τα οποία νιώθουν ντροπή, καθώς και στα παραμελημένα, όπου κυριαρχεί η στέρηση περιβαλλοντικών ερεθισμάτων. Τα αποτελέσματα έρευνας (Briggs & Hawkins, 1996) σε ενήλικες που είχαν υποστεί κάποια μορφή κακοποίησης στην παιδική τους ηλικία κατά την παραμονή τους σε χριστιανικό σχολείο της δυτικής Αυστραλίας δείχνουν ότι τα παιδία είναι πιθανό να συνέλθουν από το σωματικό πόνο και τους τραυματισμούς, αλλά μπορεί ποτέ να μην καταφέρουν να ξεπεράσουν τα συναισθήματα αναξιότητας, τρόμου και καχυποψίας που προκλήθηκαν από την ταυτόχρονη συναισθηματική τους κακοποίηση.  Παρά το γεγονός ότι η τελευταία είναι εξίσου ή περισσότερο επώδυνη από τη σωματική, ο εντοπισμός της είναι δυσκολότερος, καθώς τα τραύματα είναι εσωτερικά και όχι εύκολα ορατά (Korfmacher, 1998). Αυτός είναι και ο κυρίαρχος λόγος για τον οι οποίο έγκυρες και αξιόπιστες κλίμακες μέτρησης είναι ελάχιστες (Kent &Waller, 1998). Απόρροια της έλλειψης αυτής αποτελεί τόσο ο περιορισμένος αριθμός ερευνών σχετικά με τις συνέπειες της συναισθηματικής κακοποίησης, όσο και η αδυναμία αξιολόγησης των παρεμβάσεων στα συναισθηματικά κακοποιημένα παιδιά (Herrenkohl, 1999).
Γενικά Χαρακτηριστικά
Η συναισθηματικά βάναυση συμπεριφορά είναι πιθανό να μην περιλαμβάνει την κακοποίηση με την έννοια που συνήθως χρησιμοποιήται από τις υπηρεσίες προστασίας του παιδιού. Αυτό σημαίνει ότι η συναισθηματική κακοποίηση συχνά διαπράτεται από παθητικές ή απορριπτικές πράξεις, καθώς και /ή με την άμεση, σκληρή απόρριψη του παιδιού (Briggs & Hawkins, 1993). Αντίθετα με τις περιπτώσεις σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης, μεμονωμένα περιστατικά, δε μπορούν να θεωρηθούν συναισθηματική κακοποίηση, για ερευνητικούς σκοπούς (ΟΉagan, 1993). Για το λόγο αυτό, για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης, κάθε ορισμός της συναισθηματικής κακοποίησης θα μελετάται μέσα από συμπεριφορές που μπορούν να θεωρηθούν βάναυσες από τις σχετικές υπηρεσίες (Woodham & Lapsley, 1996). Αυτό συνεπάγεται περιπτώσεις όπου η συναισθηματική κακοποίηση είναι διαρκής και επαναλαμβανόμενη στο πέρασμα του χρόνου (Ο Ήagan, 1993).
Ορίζοντας την συναισθηματική κακοποίηση
Διακρίνουμε τρεις μορφές παιδικής κακοποίησης 1 )σωματική, 2)σεξουαλική και 3)συναισθηματική. Η έννοια της συναισθηματικής κακοποίησης μπορεί να πάρει τις εξής μορφές: 1) Απόρριψη. Πρόκειται για συμπεριφορές που φανερώνουν τη μη αποδοχή του παιδιού, όπως η άρνηση του γονιού να δείξει αφοσίωση. Το παιδί αντιμετωπίζεται σα να μην υπάρχει, θεωρείται ανάξιο ή κατώτερο, οι πράξεις και οι σκέψεις του υποτιμώνται. Στα πλαίσια αυτής της μορφής κακοποίησης το παιδί κατ’ επανάληψη έχει διαφορετική μεταχείριση από τους συνομηλίκους του, εισπράττοντας την απέχθεια και αδιαφορία των γονέων (Tomison,1995). 2) Ταπείνωση. Η μορφή αυτή κακοποίησης περιλαμβάνει συμπεριφορές που προσβάλουν και εξευτελίζουν το παιδί. Με τον τρόπο αυτό θίγεται η ακεραιότητα, η προσωπική αξία και η αυτοεκτίμηση του παιδιού (Tomison,1996). Παραδείγματα αυτής της συμπεριφοράς είναι φωνές και προσβολές σε δημόσιο χώρο, βρισιές, αναφορές σε φυσικές αδυναμίες/αναπηρίες του παιδιου, προσβλητικοί χαρακτηρισμοι κλπ (Tomison,1995). 3) Εκφοβισμός. Στην περίπτωση αυτή το παιδί δέχεται απειλές για σοβαρές τιμωρίες και/ή κυριαρχεί ένα κλίμα φόβου. Επιπλέον, το παιδί τρομοκρατείται και κυριαρχεί η απειλή, που ενίοτε πραγματοποιείται, ότι θα τοποθετηθεί σε ακατάλληλο ή/και επικύνδινο περιβάλλον. Συχνά παραδείγματα είναι ο εξαναγκασμός του παιδίου να παρακολουθεί βίαιες πράξεις με αποδέκτες είτε άλλα μέλη της οικογένειας είτε ζώα, η απειλή ότι θα το εγκαταλείψουν, η βάναυση συμπεριφορά απέναντι σε πρόσωπα ή πράγματα που το παιδί αγαπά, ο φόβος ότι θα το αφήσουν σε κάποιο ίδρυμα (Tomison,1995). 4) Απομόνωση. Πρόκειται για την απαγόρευση συμμετοχής στις καθημερινές δραστηριότητες κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Περιλαμβάνει περιορισμό, αποφυγή κοινωνικών επαφών, περιορισμό της ελεύθερης αλληλεπίδρασης και απομόνωση. Κάποιες φορές φτάνει μέχρι και τον εγκλεισμό των παιδιών σε ντουλάπες ή δωμάτια (Tomison,1995). 5) Αδιαφορία. Στις περιπτώσεις αυτές ο γονιός παρουσιάζεται μη διαθέσιμος ή ανίκανος να ανταποκριθεί στις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού. Είναι απόμακρος, παραμένει αμέτοχος και συνηθίζει να αγνοεί τις ανάγκες του παιδιού του, είτε πρόκειται για συναισθηματικές, πνευματικές, υλικές. 6) Εκμετάλλευση/προώθηση. Στις περιπτώσεις αυτές η συμπεριφορά των γονιών ενθαρρύνει την ανάπτυξη λανθασμένων αντικοινωνική κοινωνικών αξιών που ενισχύουν την ή αποκλίνουσα συμπεριφο ρά, όπως η επιθετικότητα ή η χρήση ουσιών. Τα παιδιά μεγαλώνουν αποδεχόμενα ιδέες ή συμπεριφορές που αντιτίθεται στα κοινωνικά ή νομικά πρότυπα, γίνονται αντικείμενα κερδους, εμπορευματοποιούνται, εκπαιδεύονται να υπακούουν στις επιθυμίες άλλων. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης, ο παιδικός αλκοολισμός, η χρήση ναρκωτικών (Tomison,1995). Συνοψίζοντας, παραδείγματα συναισθηματικής παιδικής κακοποίησης αποτελούν η λεκτική κακοποίηση, υπερβολικές απαιτήσεις σχετικές με την επίδοση του παιδιού, ποινές για φυσιολογικές συμπεριφορές, όπως χαμόγελο, ανακάλυψη κλπ., αποθάρρυνση της εγγύτητας με τους γονείς, καταπίεση στην έκφραση αυτοεκτίμησης, τιμωρία κοινωνικής αλληλεπίδρασης (Garbarino J. & Garbarino Α., 1994). Επιπλέον, έκφραση συναισθηματικής κακοποίησης αποτελεί η κατ ‘εξακολούθηση έκθεση του παιδιού στη βία, καθώς είναι πιθανό να δημιουργήσει κοινωνικές και πνευματικές διαταραχές, δεδομένης της υψηλής συσχέτισης της οικογενειακής βίας με τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση (Edleson,1995 & Tomison 1995). Η μορφή αυτή κακοποίησης, μέσω παρακολούθησης βιας, έχει ερευνηθεί μόνο την τελευταία δεκαετία, όσον αφορά την εξέταση της κατάστασης των παιδιών-μαρτύρων τέτοιων συμπεριφορών (Garbarino, Guttman & Seeley, 1986). Η κάθε μια από τις αναφερθείσες μορφές ψυχολογικής κακοποίησης επιδρά με διαφορετικό τρόπο στο κάθε παιδί και η επίδραση αυτή βρίσκεται σε άμεση συσχετιση με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού. Τα στάδια αυτά είναι η βρεφική ηλικία, η προσχολική, η σχολική και η εφηβεία (Garbarino, Guttman & Seeley, 1986). Για παράδειγμα, η απορριπτική στάση των γονέων παίρνει διαφορετική μορφή στις διάφορες ηλικίες, καθώς στη βρεφική εκδηλώνεται ως έλλειψη ανταπόκρισης στις ανάγκες του παιδιού για επαφή και εγγύτητα, στην προσχολική ως απαγόρευση συμμμετοχής στις οικογενειακές δραστηριότητες, στη σχολική μπορεί να έχει τη μορφή απόρριψης της ταυτότητας του παιδιού και τέλος, στην εφηβεία συχνά εκδηλώνεται ως αδυναμία κατανόησης και ικανοποίησης των αναγκών για ανεξαρτησία και αυτοκυριαρχία (Garbarino, Guttman & Seeley, 1986).  Βλέποντας τις διαφοροποιήσεις και τις ποικίλλες εκδηλώσεις της συναισθηματικής κακοποίησης, ουσιαστικά επιστρέφουμε στην ανάγκη διατύπωσης ενός ορισμού. Ο Ο Ήagan (1995) υποστηρίζει ότι ένας επαρκής ορισμός της συναισθηματικής κακοποίησης δε θα έπρεπε να περιορίζεται στην απλή περιγραφή της, αλλά να αναφέρεται και σε όσα αυτή προκαλεί. Επιπλέον, προβαίνει σε διαχωρισμό της συναισθηματικής από την ψυχολογική κακοποίηση, ορίζοντας την πρώτη ως «τη διαρκή, επαναλαμβανόμενη, ακατάλληλη συναισθηματική απόκριση στις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού, καθώς και στις σύνοδες συμπεριφορές» (1993). Η στάση αυτή αναχαιτίζει την ικανότητα του παιδιού για αυθόρμητη, συναισθηματική έκφραση (1995). Όσον αφορά την ψυχολογική κακοποίηση αυτή ορίζεται ως διαρκής, επαναλαμβανόμενη, ακατάλληλη συμπεριφορά, η οποία καταστρέφει ή μειώνει ουσιαστικά το δυναμικό θεμελιωδών διανοητικών λειτουργιών, όπως η ευφυία, η μνήμη, η αντίληψη, η θετική και κατάλληλη προσοχή, η γλώσσα και η ηθική ανάπτυξη. Ουσιαστικά, η ψυχολογική κακοποίηση κλονίζει την ικανότητα του παιδιού να κατανοήσει και να χειριστεί το περιβάλλον του δημιουργώντας του σύγχυση και φόβο και καθιστώντας το περισσότερο ευάλωτο και ανασφαλές (ΟΉagan, 1995). Η συναισθηματική και η ψυχολογική κακοποίηση, αν και ορίζονται διαφορετικά, δε μπορούν να θεωρηθούν ανεξάρτητες μεταξύ τους. Όπως συμβαίνει με τις περισσότερες μορφές κακοποίησης, συχνά συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν, διαταράσσοντας τόσο τη συναισθηματική, όσο και τη διανοητική ισορροπία του παιδιού. Στην πραγματικότητα όλα τα είδη κακοποίησης, είτε πρόκειται για σωματική, σεξουαλική ή παραμέληση, επιφέρουν ψυχολογικές προεκτάσεις (Tomisson, 1995), Σύμφωνα με τον Ο’ Hagan η αναφορά στη συναισθηματική κακοποίηση δίνει έμφαση στη συναισθηματική ανάπτυξη, ενώ αντίθετα όταν το ενδιαφέρον εστιάζεται στην εξασθένιση του διανοητικού δυναμικού ενός παιδιού, ο κατάλληλολος όρος είναι «ψυχολογική κακοποίηση» (1995), Συμπερασματικά, καθίσταται απαραίτητη η αναγνώριση και των δύο μορφών, όπως επιχειρήται στην παρούσα μελέτη, καθώς μόνο με τον τρόπο αυτό μπορούμε να προβούμε σε ένα γενικευμένο και κατάλληλο ορισμό της συναισθηματικής κακοποίησης, Για τους σκοπούς της μελέτης αυτής, «συναισθηματική κακοποίηση» θεωρείται κάθε πράξη προερχόμενη από άτομο υπέυθυνο για την φροντίδα του παιδιού, η οποία μπορεί να προκαλέσει στο παιδί κάθε είδους συναισθηματικής στέρησης ή τράυμα» (Broadbent & Bentley,1997), Μπορεί να περιλαμβάνει ακατάλληλες λέξεις, συγκεκριμένες πράξεις ή/ και αδιαφορία (Jantz,1995) και να συμβαίνει με ή χωρίς τη χρήση σωματικής βίας, αλλά συχνά υπάρχει επικάλυψη (Korfmacher, 1998).

Συχνότητα
Η συναισθηματική κακοποίηση δεν προκαλεί εξωτερικά τραύματα και λόγω της συνεχούς φύσης της δεν οδηγεί στην εκδήλωση κάποιας κρίσης που θα μπορούσε να επιταχύνει την αναγνώριση της από τα συστήματα υγείας ή δικαιοσύνης (Oates, 1996), γεγονός που την καθιστά την λιγότερο έκδηλη, αλλά και περισσότερο υποτιμημένη μορφή παιδικής κακοποίησης, Οι εκτιμήσεις για το ποσοστό εμφάνισης της ποικίλλουν από 0,69 εως 25,7% των παιδιών (Fortin & Chamberlain, 1995), Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη που διεξήχθη στην Αυστραλία το 1995-96, η συναισθηματική κακοποίηση ανερχόταν σε ποσοστό 31 % επί του συνόλου των αποδεδειγμένων περιπτώσεων παιδικής κακοποίησης (Broadbent & Bent1ey,1992), Τα αποτελέσματα μιας έρευνας του 1993 στον Καναδά παρουσιάζουν τις περιπτώσεις συναισθηματικής κακοποίησης να αγγίζουν το 10% των καταγεγραμένων περιπτώσεων (www.eurowrc.org). Ωστόσο, οι μελέτες που θα μπορούσαν να προσφέρουν περαιτέρω πληροφόρηση για τη συχνότητα αυτού του είδους κακοποίησης είναι ακόμη περιορισμένες, δεδομένου των δυσκολιών στον εντοπισμό, την έρευνα, ακόμα και τον σαφή ορισμό του φαινομένου.
Αίτια
Η αιτιολογία της συναισθηματικής κακοποίησης μπορεί να αποδωθεί στην επίδραση των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας των γονέων-παιδιών, καθώς και του κοινωνικοπολιτιστικού πλαισίου στην εγγενή τάση για κακοποίηση (Wolfe, 1991). Οι περισότερες περιπτώσεις συναισθηματικής κακοποίησης συμβαίνουν για τους ίδιους ακριβώς λόγους για τους οποίους συμβαίνει και η σωματική κακοποίηση. Οι γονείς είναι ευάλωτοι στη δημιουργία σχέσεων κακοποίησης όταν οι πηγές άγχους στη ζωή τους πολλαπλασιάζονται και εκείνοι αποδεικνύονται ανίκανοι να τις χειριστούν. Επιπλέον, είναι πιθανό να έχουν περιορισμένες ικανότητες κατανόησης και χειρισμού παιδιών, λανθασμένες αντιλήψεις σχετικά με τις ανάγκες και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, ίσως πάσχουν από κάποιας μορφής ψυχασθένεια, είναι αλκοολικοί ή χρήστες ουσιών (Garbarino & Garbarino, 1994). Ακόμα, ο στόχος του γονέα που κακοποιεί μπορεί να σχετίζεται ή να είναι ο έλεγχος του παιδιού του (Jantz, 1995). Η ύπαρξη ενός από τους αναφερθέντες παράγοντες δε συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την εκδήλωση κακοποίησης, αλλά ο συνδυασμός τους είναι αυτός που δημιουργεί την απαραίτητη κοινωνικο-συναισθηματική πίεση που οδηγεί οδηγεί στη συναισθηματική κακοποίηση. Έχουν καταγραφεί συγκεκριμένα προβλήματα που αυξάνουν το ενδοοικογενειακό άγχος και καθιστούν περισσότερο πιθανή την άσκηση συναισθηματικής κακοποίησης, κοινωνικά (ανεργία, φτώχια, κοινωνική απο μόνωνση, διαζύγιο, θάνατος), υγείας (αρρώστια μέλους διανοητικά (νοητικά ανεπάρκεια, κατάθλιψη). ( http://lumpy.fmhi.usf.edu/cfsroot/dares/fcpi/vioTOC. htm/) της οικογένειας).
Τύποι συναισθηματικής κακοποίησης.
Λεκτική κακοποίηση: Αποτελεί το βασικότερο, ίσως, είδος της συναισθηματικής κακοποίησης. Χαρακτηρίζεται από σχόλια που κάνουν το παιδί να νιώθει ανάξιο και χαζό, τελειομανία, αρνητικές προβλέψεις, συγκρίσεις, προσβολές, απειλές, βρίσιμο, ρίψη ευθυνών (Schaefer, 1991). . Non-organic failure to thrive: Ο όρος αυτός  χρησιμοποιείται για την περιγραφή της συναισθηματικής κακοποίησης όπου ψυχοκοινωνικοί παράγοντες εμπλέκονται και ευθύνονται σε κάποιο βαθμό, και για την αντιμετώπιση της οποίας απαιτείται ικανοποίηση τόσο των βασικών καθημερινών αναγκών, όσο και των συναισθηματικών. Η περίπτωση αυτή θεωρείται η τομή της συναισθηματικής κακοποίησης και της παραμέλησης (Goddard, 1996). Έρευνες σχετικά με τη μορφή αυτή κακοποίησης αποκαλύπτουν ότι τα αίτια βρίσκονται συχνά στα πολλαπλά οικογενειακά προβλήματα, όπως η φτώχια, η ανεργία και η πνευματική επιβράδυνση (Oates, 1996). Στις περιπτώσεις αυτές οι μητέρες έχει βρεθεί ότι διαθέτουν περιορισμένες γονεικές δεξιότητες και είναι ανώριμες ή βρίσκονται σε κατάθλιψη (Oates, 1982). Είναι αρκετά πιθανό ότι η κατάσταση αυτή τελικά προκαλείται και από ατομικά χαρακτηριστικά του παιδιού, σε συνδυασμό πάντα με ελλείψεις στην αλληλεπίδραση γονέων-παιδιών, φτωχή διατροφή, ανεπαρκή φροντίδα και περιορισμένα περιβαλλοντικά ερεθίσματα (Oates, 1996).
Συμπτώματα
Τα παιδιά που έχουν υποστεί κακοποίηση μπορεί να παρουσιάσουν τα εξής συμπτώματα: χαμηλή αυτο-εικόνα, ανικανότητα να εμπιστευτούν ή/και ν’αγαπήσουν κάποιον, επιθετική και με στοιχεία διάσπασης συμπεριφορά, παράνομες ενέργειες, θυμό/μανία, αυτοκαταστροφικές/αυτοτιμωριτικές πράξεις, παθητική ή/και απόμακρη στάση, ανησυχία και φοβίες, προβλήματα επίδοσης ή σχολική αποτυχία, μελαγχολικές τάσεις, εφιάλτες… .Επιπρόσθετα, καθώς η παιδική κακοποίηση καταστρέφει την διαδικασία της προσκόλλησης στους γονείς και τη δημιουργία αποτελεσματικών σχέσεων, τα παιδιά παρουσιάζουν σημαντικές δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις (Pearl, 1994). Συχνά, ο ενήλικας που έχει υποστεί κακοποίηση στα παιδικά του χρόνια δυσκολεύεται στην εγκαθίδρυση στενών προσωπικών σχέσεων και είναι πολύ πιθανό να του προκαλεί δυσκολία η σωματική εγκύτητα, το άγγιγμα, η οικοιότητα και η εμπιστοσύνη στους άλλους (AACAP).  Τα αποτελέσματα μιας μελέτης συναισθηματικά κακοποιημένων παιδιών που διεξήχθη σε δύο φάσεις, στη νηπιακή και στην προσχολική τους ηλικία, είναι συνεπή στα χαρακτηριστικά του θυμού, της έλλειψης συνεργατικότητας, απουσίας προσκόλλησης στους γονείς, καθώς και στην απουσία δημιουργικότητας, επιμονής και ενθουσιασμού (www.eurowrc.org)  Επιπλέον, τα παιδιά που έχουν βιώσει την απόρριψη έχουν περισσότερες πιθανότητες από εκείνα που ένιωθαν αποδεκτά να εκδηλώσουν εχθρότητα, παθητική ή επιθετική συμπεριφορά, να δημιουργούν εξαρτητικές σχέσεις, να έχουν αρνητική γνώμη για τον εαυτό και τις ικανότητες τους, καθώς και αρνητική αντίληψη για τον περιβάλλοντα κόσμο (www.eurowrc.org). Επανακαθορισμός της συναισθηματικής κακοποίησης και παραμέλησης
Θεραπεία: Χωρίς την παροχή της κατάλληλης θεραπείας τα σωματικά κακοποιημένα παιδιά μπορεί να καταστραφούν για την υπόλοιπη ζωή τους. Η έγκαιρη αναγνώριση της κατάστασης και η κατάλληλη φροντίδα είναι απαραίτητες για τον περιορισμό των μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων της κακοποίησης (AACAP). Για τον αποτελεσματικό εντοπισμό της συναισθηματικής κακοποίησης είναι απαραίτητη η παρατήρηση της αλληλεπίδρασης γονέα-παιδιού σε ποικίλλες και επαναλαμβανόμενες καταστάσεις. Εάν υπάρχει υποψία συναισθηματικής κακοποίησης είναι απαραίτητο να γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες άμεσα και να κινητοποιηθούν οι αρμόδιες υπηρεσίες διεξάγωντας περαιτέρο έρευνα. Είναι σημαντικό, η εκτίμηση των εμπλεκόμενων προσώπων ή φορέων, καθώς και η ανεύρεση των αγχογόνων πηγών για εκείνους να γίνουν από έμπειρους και ικανούς επαγγελματίες. Συνήθως, η ομάδα των επαγγελματιών που αναλαμβάνει την έρευνα αποτελείται από κοινωνικό λειτουργό, γιατρό, ψυχολόγο ή ψυχίατρο, νοσηλευτή και εκπαιδευτικό.Ένα σημαντικό κομμάτι της παρέμβασης σχετίζεται με την παροχή βοήθειας και υποστήριξης στην οικογένεια, ώστε να εκπαιδευτούν σε νέους τρόπους επικοινωνίας. Κατά τη διάρκεια αυτής της φροντίδας το κακοποιημένο παιδί επανακτά μια αίσθηση αυτοπεποίθησης και εμπιστοσύνης. Από την άλλη πλευρά, η μη ευκόλως προσδιοριζόμενη φύση των συναισθηματικών τραυμάτων καθιστά προβληματική την εμπλοκή ιατρικών και νομικών υπηρεσιών. Η απουσία ένος ευρεώς αποδεκτού ορισμού αποτρέπει τις παραπάνω υπηρεσίες από οποιαδήποτε ανάμειξη, καθιστώντας για το λόγο αυτό το αίτημα ορισμού της συναισθηαμτικής κακοποίησης περισσότερο επιτακτικό.
Πρόληψη
Αν και υπάρχουν αποδείξεις για το ότι η συναισθηματική κακοποίηση έχει διαρκή, μακροπρόθεσμα και σοβαρά αποτελέσματα τόσο στην ανάπτυξη του παιδιού, όσο και στην ομαλή λειτουργία του κοινωνικού συνόλου, η παρέμβαση από αρμόδιους φορείς σε πολλές περιπτώσεις είναι περιορισμένη (Daro, 1998). Παρά την ύπαρξη αρκετών προγραμμάτων για τα σωματικά και σεξουαλικά κακοποιημένα παιδιά και τις οικογένειες τους, όσον αφορά την εύρεση τρόπων παροχής βοήθειας στα συναισθηματικά κακοποιημένα παιδία δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση. Οι Melton και Thompson (1987) περιγράφουν την τωρινή κατάσταση και το υπάρχον σύστημα σχετικά με το είδος αυτό κακοποίησης ως «θλιβερά ανεπαρκή». Υποστηρίζουν ότι «όταν οι επαγγελματίες αδυνατούν να περιορίσουν ακόμα και τις πιό σοβαρές περιπτώσεις σωματικής κακοποίησης των παιδιών, τότε υπάρχει ένας καλός λόγος να αναρωτηθούν για την πιθανότητα επιτυχίας των παρεμβάσεων σχεδιασμένων για την αντιμετώπιση πεερισσότερο ήπιων μορφών κακοποίησης» (1987).
Υποστήριξη της οικογένειας
Πολλές από τις προτεινόμενες για την πρόληψη της συναισθηματικής κακοποίησης στρατηγικές έχουν τη μορφή υποστηρικτικών , για την οικογένεια, προγραμμάτων. Οι Fortin & Chamberland (1995), προτείνουν ένα συνδυασμό μείωσης του κοινωνικού άγχους και της οικογενειακής δυσλειτουργίας και προώθησης δεξιοτήτων απαραίτητων σε γονιούς, διαμόρφωσης της αυτοεικόνας τους, με παράλληλη παροχή κοινωνικής υποστήριξης. Ο Walsh (1996) υποστηρίζει την ιδέα αλλαγής των αλληλεπιδράσεων των συναισθηματικά κακοποιημένων παιδιών μέσω προώθησης ενός μοντέλου οικογενειακής αποτελεσματικότητας, όπου απαραίτητος είναι ο καθορισμός μηχανισμών που επιτρέπουν σε ένα οικογενειακό σύστημα να ξεπεράσει τα επίμονα προβλήματα. Η παρέμβαση αυτή σχετικά με την προαγωγή των σχέσεων πηγάζει από την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδεται στην προσκόλληση γονέα παιδιού. Για παράδειγμα, οι Mc Cluskey & Mil1er (1995), έχουν αναπτύξει ένα σύστημα οικογενειακής θεραπείας όπου έμφαση δίνεται αποκλειστικά στην αποκάλυψη του εσωτερικού συναισθηματικού κόσμου των μελών της οικογένειας. Η προσέγγιση τους εισάγει μια στρατηγική μείωσης της επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας και ενθάρρυνσης την προσωπικής αντανάκλασης, δίνοντας στα παιδιά φωνή και πρωταρχικό ρόλο στη θεραπευτική διαδικασία. Ο Wolfe (1991) περιγράφει ένα μοντέλο πρόληψης στο οποίο τα περιστατικά σωματικής ή η συναισθηματικής κακοποίησης «αποτελούν μόνο τα ορατά σημάδια ενός βαθύτερου προβλήματος, μιας διαταραγμένης σχέσης ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά». Κατευθύνει τις όποιες παρεμβάσεις στους γονείς και αποτυγχάνει να δώσει την απαιτούμενη προσοχή στις μακροπρόθεσμες συνέπειες στα παιδιά. Για το λόγο αυτό δίνει πρωταρχικό ρόλο στην πρόληψη εστιάζοντας στις αναπτυξιακές διαφορές που μπορεί να παρουσιάσει ένα παιδί ως αποτέλεσμα κακοποίησης και οι οποίες πηγάζουν από την προσοπάθεια του παιδιού να μάθει κοινωνικές συμπεριφορές υπό την απουσία γονεικής ευαισθητοποίησης ή προσεκτικής καθοδήγησης (Wolfe,1991).  Επιπλέον, προτείνει τη διδασκαλία νέων μεθόδων δόμησης εμπειριών στα κακοποιημένα παιδιά, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την κοινωνική τους ικανότητα και θέτοντας, ταυτόχρονα, στέρεη κοινωνικο-συναισθηματική βάση για τη δημιουργία νέων σχέσεων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενδυνάμωση της αίσθησης της ταυτότητας στα παιδιά και της διαφοροποίησης τους από μικρότερη ηλικία, είτε μέσω της βελτίωσης των σχέσεων τους με τους γονείς, είτε με τη δημιουργία νέων διαπροσωπικών σχέσεων. Τέλος, παρουσιάζει ένα «μοντέλο βασισμένο στην ενδυνάμωση» για το χειρισμό των οικογενειών με ιστορικό κακοποίησης. Το κύριο μέλημα της παρέμβασης βρίσκεται στην επίτευξη μεγαλύτερης συνεργατικότητας από τους γονείς με στόχο την ανάπτυξη επιθυμητών και αποτελεσματικών, πλέον, στρατηγικών διαπαιδαγώγηση ς και την επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στις ανάγκες του παιδιού και τις ικανότητες των γονέων, σε αντίθεση με πιό παραδοσιακά μοντέλα, όπου η έμφαση δίνεται στα λάθη των γονέων.
Υποστηρικτικές πηγές για γονείς
Ένας παράγοντας που θεωρείται ότι αυξάνει την τάση για συναισθηματική κακοποίηση είναι η κοινωνική απομόνωνση. Για το λόγο αυτό οι γονείς χρειάζονται περισσότερη πληροφόρηση και εναλλακτικές σε θέματα διαπαιδαγώγησης, χειρισμού των παιδιών τους, αλλά και αυτοσυγκράτηση ς (Garbarino et Garbarino, 1994). Οι υποστηρικτικές υπηρεσίες για γονείς θα πρέπει να περιλαμβάνουν εκπαίδευση σε θέματα φοντίδας-ανατροφής παιδιών, συναισθηματική υποστήριξη, μοντέλα ανάληψηε ρόλων, αλλά και υπηρεσίες στις οποίες μπορούν να απευθυνθούν για να λάβουν την κατάλληλη βοήθεια από ειδικούς
Ενημέρωση πολιτών
Αν και η παιδική κακοποίηση θεωρείται όλο και περισσότερο ένα κοινωνικό πρόβλημα, παραμένει κάποιες φορές δύσκολη η αναγνώριση από τα μέλη του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου ότι ίσως αποτελούν και οι ίδιοι μέρος του προβλήματος. Αυτό συμβαίνει γιατί είναι αρκετά ευκολότερο να σκεφτόμαστε για όσους κακοποιούν τα παιδία τους χρησιμοποιώντας στερεότυπα, παθολογίας, της διανοητικής φυσιολογικό, δημιουργώντας πρόβλημα, από το να κατανοήσουμε ότι οι πραγματικές αιτίες θα όπως αυτά της ύπαρξης κάποιας ασθένειας, της απόκλισης από το φυσιολογικό δημιουργώντας ουσιαστικά μια απόσταση από το πρόβλημα από το να κατανοήσουμε ότι οι πραγματικές αιτίες θα μπορούσαν να βρίσκονται στη φτώχεια ή στην έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης (Wilczynski & Sindair, 1996). Είναι απαραίτητη, λοιπόν, η εφαρμογή προγραμμάτων κοινωνικής ευαισθητοποίησης, με στόχο την κατανόηση του φαινομένου από το ευρύ κοινό. Παράδειγμα τέτοιας προσπάθειας αποτέλει η «grow together campaign», η οποία υλοποιήθηκε από το Τμήμα Κοινοτικής Ανάπτυξης Δυτικής Αυστραλίας στα τέλη της δεκαετίας του ’90, προωθώντας θετικές οικογενειακές σχέσεις (Tomisson, 1995).
Συμπέρασμα
Συμπερασματικά, για την πρόληψη της παιδικής κακοποίησης είναι απαραίτητη μια ολοστική θεώρηση και η προώθηση μιας υγιούς κοινωνίας. Χρειάζεται σαφώς περισσότερη έρευνα στον τομέα της συναισθηματικής κακοποίησης, με μεγαλύτερη έμφαση στο πώς τα ευρήματα για το είδος αυτό κακοποίησης μπορούν να αξιοποιηθούν καλύτερα στην πράξη και δημιουργία ενός συστηματικού μοντέλου παρέμβασης στις περιπτώσεις κακοποίησης. Προς το παρόν, η συναισθηματική κακοποίηση παραμένει στο περιθώριο της παιδικής κακοποίησης και μέχρι τη στιγμή που θα ορισθεί με σαφήνεια, θα γίνει αναγνωρίσιμη και συγκαταλεχθεί στις πιό εμφανείς μορφές κακοποίησης, η αποτελεσματική της πρόληψη και η σύνδεση της με μακροχρόνιες συνέπειες θα παραμείνουν δύσκολα θέματα.

Πηγή: http://www.welfareaction.org/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: